|
Κοιμόμουν...
Μα ξύπνησα ξαφνικά από τον εφιάλτη.
Το θέαμά του, έκανε το αίμα μου να παγώσει.
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά,
μα πάντα φοβισμένα.
Τα αισθήματά μου νεκρά.
Περπατούσα σε χώρους γεμάτους από ανθρώπινα σώματα.
Σώματα που κείτονταν χάμω,
νεκρά...
Σαν πεσμένα φύλλα,
ξερά,
σαπισμένα,
προμηνύματα ενός ακόμα φθινοπώρου.
Το δέρμα του...
σαν γύψος.
Κρύα και γεμάτα από εκφράσεις φρίκης,
πόνου,
θανάτου...
Το χώμα ήταν κόκκινο.
Μα αλήθεια..
δεν χόρτασε ακόμα, ετούτη η γη από αίμα;
Είδα και μια γυναίκα,
κρατούσε στο 'να της χέρι το νεκρό της παιδί και με τ' άλλο έσκαβε,
το βρεγμένο από τα δάκρυά της,
τάφο του.
Είδα και πολλές σκιές,
άφηναν τα σπίτια τους ξοπίσω.
Προορισμός τους...
Το πουθενά.
Είδα και έρημες,
λεηλατημένες και κατεστραμμένες πόλεις,
ενίοτε κέντρα της ανθρώπινης δραστηριότητος.
Είδα και τον αρχηγό τους να καλοπερνά,
κρυμμένος,
προστατευμένος και
περιτριγυρισμένος από εκατοντάδες ακόλουθούς του,
ετοιμοθάνατος,
φανατισμένους.
Είδα την πείνα και τη δυστυχία,
να πλανούνται με το πρόσωπο του ανθρώπινου θανάτου.
Είδα και τις γραβάτες,
να μιλούν για απόδοση δικαιοσύνης,
με την θυσία εκατοντώδων ανθρώπων,
στο βωμό πάντα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας τους.
Είδα και το θεό τους,
σε μια καρέκλα,
καθισμένος
απορροφημένος,
πίνοντας κρασί στην υγειά τους.
Θύμα και αυτός του καταναλοτισμού τους.
Αδιαφορώντας για τα δημιουργήματά του.
Αλήθεια,
δεν κουράστηκαν ακόμη να πολεμούν για εκείνη;
Την υποδουλωμένοι ελευθερία;
Αλήθεια,
δεν κουράστηκαν ακόμη να πιστεύουν σε θεούς αγάπης;
Σε αυτούς,
τους άβολους και αδιάφορους τηλεθεατές;
Όλοι μιλούν για δικαιοσύνη,
ισότητα,
ειρήνη
και αξιοκρατία.
Η ψυχή μου όμως τώρα,
μιλά για βιασμένα όνειρα και ελπίδες.
Πότε θα χορτάσουμε από σφαγές και θύματα;
Τα πάντα εξυπηρετούν την τσέπη τους.
Οι άλλοι...
Ας πεινάνε.
Τα πάντα βγαίνουν στην τηλεόραση,
πιστοί ακόλουθοι, τους θεάματός τους.
Οι άλλοι ας τα τρώνε.
Μα μιλούν και πάλι για ηθική,
τιμιότητα και σεβασμό.
Μα η ψυχή μου τώρα,
μιλά για απανθρωπιά και εκμετάλλευση.
Είδα τέλος και έναν νεκρό που βάδιζε.
Ήταν το πτώμα ενός αγγέλου που πήγαινε στον παράδεισο.
Πετάχτηκα...
Λουσμένος στον ιδρώτα
και έντρομος,
ανακάλυψα πως δεν επρόκειτο για εφιάλτη.
Η τηλεόραση ήταν ακόμη ανοιχτή.
Όλες οι εικόνες ήταν εκεί,
παρούσες,
ζωντανές,
έγχρωμες και σε απευθείας μετάδοση.
Ισοπεδώσαμε τα πάντα.
δεν είμαστε άνθρωποι.
Είμαστε αιμοσταγή και σαρκοβόρα ζώα.
Λυπάμαι,
ειλικρινά.
Δεν το αξίζαμε...
Bologna 10/10/2001 (04:32)
Αφιερωμένο στην ζωή και τον αχώριστό της σύντροφο... Το θάνατο |